Новогреческий словарь
ακυρωμένος
ακυρωμένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ακυρωμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
στίλβωμα
—
Θεσσαλή
—
πλατυποδία
—
εγωλατρία
—
δικτυοειδής
—
κυτταρογενετιστής
—
έντασις
—
ακήπευτος
—
αλληλοδιαδοχή
—
σκεπτικότητα
—
αλληλογραφώ
—
αποκαρωμένος
—
δεντροφύτευση
—
προάσπιση
—
νερομάνα
—
οδογέφυρα
—
ρογχάζω
—
ειμαρμένον
—
βοτανολογία
—
μονότονος
—
υψηλοτάτη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,