Новогреческий словарь
εκπτόσσω
εκπτόσσω
(αόρ. εξέπτυξα)
распускать; развёртывать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
распускать
? —
εκπτόσσω
как на
(ново)греческом
будет слово
развёртывать
? —
εκπτόσσω
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκπτόσσω
? — распускать, развёртывать
#
(ново)греческий словарь
—
κοφίνι
—
σκάλτσα
—
γραμματοσημομανία
—
βασιλόπιττα
—
ανεπίπληκτος
—
αλλαγή
—
ζούρα
—
υποθερμαίνω
—
ετεροχρωμία
—
εκτοπισμός
—
ηλιοψημένος
—
ακατακράτητος
—
γαλέτα
—
παραγνωρίσιμος
—
μηρυκαστικός
—
συμμετοχικά
—
καταβοή
—
αναμεσαριά
—
ολομερής
—
ηλεκτρομαγνητισμός
—
κηρίον
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,