Новогреческий словарь
στρώσια
στρώσια
τα
ковры для пола
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ковры для пола
? —
στρώσια
как с
(ново)греческого
переводится слово
στρώσια
? — ковры для пола
#
(ново)греческий словарь
—
φανερωτής
—
σύνοικος
—
ημίπτωτος
—
αιγοτρόφος
—
ασύζευκτος
—
αϊδημητριάτικος
—
απρόσμαχος
—
μυωπία
—
υπαινικτικός
—
ακαματωσύνη
—
φορεσιά
—
ψαλτά
—
μονώνυχος
—
ψιλογραφία
—
τυμβωρυχίο
—
εμπειροπόλεμος
—
αντιβόλαιο
—
θρηνωδός
—
επίκεντρος
—
επαυχένιον
—
επιπρόσθηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,