οινομαγειρείον

формы словаβ
οινομαγειρείον



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово οινομαγειρείον? —


δανειομεσίτηςγλυκόνομαενδεκάγωνοςπυκνότηςφολλομαδώστεναγμόςγιαγλίσαντάλιμαραγκούδικοςσυνασπίζωεπευφημώδιαπλεκόμενοςκατρακύλημασακάτηςομολογητήςκήποςανάκρουσηπεριχαρακωμένοςστομώνωσαλιάρακοσμογραφικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit