λιθουανικά

формы словаβ
λιθουανικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово λιθουανικά? —


κατήγοροςμωρουδάκιπροκληροδότημαεπιστημονικάδιάφεγγοςμοδάτοςμαστίχαελαχονκαμπίναβρογχιακόςπυριόβολοςτεϊοπότηςοσπριοφαγίαενσφράγιστοςσεργιάνισμαφούχτωμαθερμογράφοςσαπωνοπωλείοκατάχτησημπορντέλλοολοκληρώνομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit