Новогреческий словарь
πεταχτά
πεταχτά
на лету
;
===
στά ~ — а) на лету (сбить птицу); б) наскоро, наспех, на скорую руку
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
на лету
? —
πεταχτά
как с
(ново)греческого
переводится слово
πεταχτά
? — на лету
#
(ново)греческий словарь
—
σελασφόρος
—
επιθήλιον
—
λυγερός
—
λουστράρισμα
—
σκούτερ
—
βουρτσάρω
—
αντιβραχίων
—
ναυπηγία
—
αεράτος
—
φερμάρω
—
σπατουλάρισμα
—
ξαναπαντρευμένος
—
κοκκύτης
—
εξοφθαλμισμός
—
αλλοδοξία
—
μοναρχισμός
—
σταύλος
—
σκαρουχιά
—
μειδίαμα
—
πέος
—
κριτικάρω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,