Новогреческий словарь
κομματικά
κομματικά
1)
по-партийному
;
2)
по партийной иерархии
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
по-партийному
? —
κομματικά
как на
(ново)греческом
будет слово
по партийной иерархии
? —
κομματικά
как с
(ново)греческого
переводится слово
κομματικά
? — по-партийному, по партийной иерархии
#
(ново)греческий словарь
—
ευχυμία
—
γαϊδουρόμουτρο
—
λογοτέχνημα
—
λεμφογραφία
—
αρχός
—
αγανακτώ
—
καιροσκοπία
—
κεραμίδωμα
—
σμυριδώνω
—
ερωδιός
—
ατμοσφυρίχτρα
—
κοτυληδονώδης
—
εικονογραφία
—
αραποσυκιά
—
αναμόχλευση
—
προγραμματιστή
—
αντίφεγγο
—
μικροφαράδιο
—
έμμισθος
—
ελονοσιακός
—
ταραχτικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,