Новогреческий словарь
υαλόφρακτος
υαλόφρακτ|ος
застеклённый
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
застеклённый
? —
υαλόφρακτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
υαλόφρακτος
? — застеклённый
#
(ново)греческий словарь
—
εξέσπασα
—
καθετήρας
—
υφασμάτινος
—
συγκρητισμός
—
διορθωτήρας
—
λεβάντα
—
εξάγκωνα
—
λεπτοκάρυον
—
έκδοση
—
χειραφετημένος
—
άψυχος
—
αιδεσιμώτατος
—
άγνοια
—
ανόρεκτος
—
ψυχικάρης
—
πατριδωνυμικός
—
ορρός
—
πετραχήλι
—
εκτελωνιστικός
—
εξαγγελία
—
άφραγκος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,