εμπόρευμα

формы словаβ
εμπόρευμα
το товар;
          περιζήτητο (απούλητο) ~ — ходкий (лежалый) товар;
          πληθώρα ~ευμάτων — избыток товаров;
          κυκλοφορία τών ~ευμάτών — товарооборот;
          τά ~εύματα λαϊκής (πλατείας) κατανάλωσης — товары народного (широкого) потребления;

===
          δείχνω τό ~ απ' τήν καλή του οψη — показывать товар лицом



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово товар? — εμπόρευμα
как с (ново)греческого переводится слово εμπόρευμα? — товар


υδροκεφαλισμόςλωβιάζωατμαγωγόςεναντιώνομαισυνεκδοχικάαγηροκόμητοςτεχνουργόςγυψοκονίααμπρίσώβρακοαλέαπικροπηγήασιγούρευτοςηγμένοςιονικόςκαταδικάσιμοςψεύδορκοςτρύπιοςπολυσπόριασυνεκδοχήπροφέρνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit