Новогреческий словарь
επιμερίζω
επιμερίζω
делить, распределять
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
делить
? —
επιμερίζω
как на
(ново)греческом
будет слово
распределять
? —
επιμερίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
επιμερίζω
? — делить, распределять
#
(ново)греческий словарь
—
ενεργειακός
—
εναυσματοσωλήνας
—
φροκαλιά
—
αρχιτσόγλανος
—
ψιλολογάω
—
αγγειοσπασμός
—
παλιατζούρα
—
αμήνοτος
—
προπλάσσω
—
τότενες
—
αμύριστος
—
φύτρα
—
αναγάπιστος
—
γερμανικά
—
ρευματικός
—
νεκταρίνι
—
τηλεφωνείο
—
ορκωτός
—
χιόνι
—
αντίζυγο
—
γιλέκο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,