Новогреческий словарь
διαπράττω
διαπράττω
1)
совершать
(что-л. дурное);
2) ирон.
кропать
;
~ ποιήματα — кропать стихи
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
совершать
? —
διαπράττω
как на
(ново)греческом
будет слово
кропать
? —
διαπράττω
как с
(ново)греческого
переводится слово
διαπράττω
? — совершать, кропать
#
(ново)греческий словарь
—
θεριστικός
—
αρρενόφωνος
—
ξεψυχισμένα
—
απαρηγορησιά
—
Μανούσος
—
μισομεθυσμένος
—
εναντίωση
—
απογευματάκι
—
ξελαφρωμένος
—
πολωνέζικος
—
χαμηλοτάκουνος
—
αλλόφωτος
—
επιφυσίτις
—
τουρλώνω
—
προσθαλάσσωση
—
κατατρυπω
—
δάδα
—
παντοπωλείο
—
τσούλα
—
δευτερόπρυμα
—
προγραμματισμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,