εκλαϊκευτ|ής

формы словаβ
εκλαϊκευτ|ής
ο популяризатор



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово популяризатор? — εκλαϊκευτής
как с (ново)греческого переводится слово εκλαϊκευτής? — популяризатор


γονιμότητααπήγανοςφτειαστόςδημοσιογραφικόςσεμιγδάλιεγγράφωκαταρώμαιαπόδειπνοβομβακιάζωκάθιδροςμπεγλέριμυάγραμορταδέλλαχρεώνωαντιναυαρχίαηλεκτρόνιοφρεναδόροςπαραδαρμόςλιβαδότοποςανάπτυξηημεροδείκτης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit