Новогреческий словарь
κυφότης
κυφότης
(-ητος) η
сутулость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сутулость
? —
κυφότης
как с
(ново)греческого
переводится слово
κυφότης
? — сутулость
#
(ново)греческий словарь
—
ανέκτης
—
αλλοτριώσιμος
—
εγκαρτέρηση
—
πεσιμιστικώς
—
αλματωδώς
—
καραβήσιος
—
δευτεροπαντρεύομαι
—
κεραμίστας
—
ξεπουπουλιάζω
—
επενδύτης
—
καταβυθίζομαι
—
αποχώρηση
—
αποκόπτω
—
δαμαλίδα
—
ξεσαμάρωμα
—
απαστριά
—
αδημοσίευτος
—
αγωνιστική
—
ιαπωνική
—
δυσεπανόρθωτος
—
ελίκωση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,