Новогреческий словарь
ξιφοειδής
ξιφοειδ|ής
мечевидный
;
~ απόφυσις — анат. мечевидный отросток
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мечевидный
? —
ξιφοειδής
как с
(ново)греческого
переводится слово
ξιφοειδής
? — мечевидный
#
(ново)греческий словарь
—
προσήκον
—
τοξευτής
—
μαθηταριό
—
γαλβάνωση
—
σεντέφι
—
ανακρέμαση
—
ποταμογενής
—
απότοκος
—
κοντραμπαντιέρης
—
ρεβιζιονίστρια
—
ανθισμένος
—
βουκολικά
—
μωροφιλόδοξος
—
τρικάταρτος
—
χαράμι
—
φασαμαίν
—
καταψήφιση
—
προτροπάδην
—
οξυγονικός
—
τρύπησις
—
κομπογιαννίτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,