Новогреческий словарь
αποπληξία
αποπληξία
η мед.
апоплексия, апоплексический удар
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
апоплексия
? —
αποπληξία
как на
(ново)греческом
будет слово
апоплексический удар
? —
αποπληξία
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποπληξία
? — апоплексия, апоплексический удар
#
(ново)греческий словарь
—
ακύμαντος
—
πέτσινος
—
αναθρεπτήρας
—
ανασφογγίζω
—
αγνωσία
—
γύρωθεν
—
αβλαστάρωτος
—
πλαγιά
—
πικρόγλυκος
—
σακχαροδόχη
—
Βρυξέλλες
—
ασβεστοποιία
—
βρυσομάνα
—
γαλακτοκομικός
—
φούντι
—
μαλλιάζω
—
βουτσέλα
—
λυριάζω
—
δισανθρακικός
—
δενδροκομικός
—
ερωτικότητα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,