Новогреческий словарь
υστεροσκόπηση
υστεροσκόπηση
η
гистерография
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
гистерография
? —
υστεροσκόπηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
υστεροσκόπηση
? — гистерография
#
(ново)греческий словарь
—
σανό
—
κουμαντοδόρος
—
ανοφυσητός
—
ατζαμωσύνη
—
τόν
—
αυτοκαλλιέργεια
—
χειρίδα
—
ορφανεμένος
—
τεχνοκρίτης
—
ζαριφλίκι
—
κλίμακα
—
οπισθόδομος
—
ελληνολάτρης
—
ηλεκτροβιογένεση
—
πνευμονογράφημα
—
χινόπωρο
—
απρόσληπτος
—
κερατίνη
—
παραχώρηση
—
ελμινθοβότανον
—
γίγγλυμος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,