σαβουριάζω

формы словаβ
σαβουριάζω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово σαβουριάζω? —


ηλιόκηυστοςγκιάωκαμάκωμαδίπλατοςκαφετέριαμυξομάντηλοβοτανολογάωφρεσκοπαντρεμένοςδιαστολέαςεμβολίζωλεμονοπορτοκαλιάκατσικοπόδαρησκωροφαγωμένοςομοεθνήςχαρακτηριστικόκαταφλέγωτρίχρουςολπίδαστελιάριαντέγκλησημπλόγκι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit