Новогреческий словарь
καταδίδω
καταδίδω
(αόρ. κατέδωσα)
предавать
(кого-л.);
выдавать
(секрет, тайну)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
предавать
? —
καταδίδω
как на
(ново)греческом
будет слово
выдавать
? —
καταδίδω
как с
(ново)греческого
переводится слово
καταδίδω
? — предавать, выдавать
#
(ново)греческий словарь
—
βασίλισσα
—
σάπιος
—
προκατάληψη
—
προαίσθημα
—
πεντακοσαριά
—
διάκορος
—
δασκαλόπουλο
—
κώδων
—
μαρμάγκα
—
προσδένομαι
—
ανακάτωση
—
αποφθείρω
—
αερογράφος
—
μονογένεια
—
μαστίχα
—
ανεπαρκής
—
τιτλούχος
—
κεσές
—
τυχοδιωκτισμός
—
αμνηστικός
—
ανέμπιστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,