γκαλοπάρω

формы словаβ
γκαλοπάρω
(αόρ. γκαλοπάρισα) галопировать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово галопировать? — γκαλοπάρω
как с (ново)греческого переводится слово γκαλοπάρω? — галопировать


εσπέραασύμφυτοςμνημόσυνομοοσοολμάνοςπαραφορτωμένοςαραιώνωαιμοχαρήςκουβαριάζωηλιόφεγγοφυσιατρικόςαναπόδιασηζωοδότηςδιαστάλαξιςμπακαλόχαρτομετωνυμικόςγδάρσιμοδικάσιμογυναικάριζαχαρωτόςμηκύνωαγαλλίαση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit