Новогреческий словарь
ιστορικό
ιστορικό
το
история, ход
;
τό ~ τής συμβάσεως έχει αύτω — [phrase]история этого соглашения такова[/phrase]
;
τό ~ τής ασθενείας — история болезни
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
история
? —
ιστορικό
как на
(ново)греческом
будет слово
ход
? —
ιστορικό
как с
(ново)греческого
переводится слово
ιστορικό
? — история, ход
#
(ново)греческий словарь
—
ουροδόχος
—
κινηματογραφία
—
Αρμένισσα
—
κερδοσκοπώ
—
μετρογραφία
—
τσακίρικος
—
ενστασιολογία
—
αναπάψιμο
—
λέβα
—
βελονάκι
—
πρωί
—
ανθολόγηση
—
μάμμος
—
σαλπιγγίτιδα
—
χαρτοπωλείο
—
αρμοση
—
εγωλάτρης
—
αγριόκλημα
—
κρύπτω
—
αδίπλιαστος
—
μπούρμπερη
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,