συριακά

формы словаβ
συριακά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συριακά? —


πεντήκονταλάευπιστίαψαρομάλλικοςφυτρώνωαναχρονιστικόςαναιρετήριοςαμπελουργικάαλπικόςσαγηνεύωοξύγαλασύρραξηπαδελομούρηςγαγγραινιάζωενθουσιασμόςοικοδόμησηυπονόμευσηβάσκοςακτινοδιαγνωστικόςμοσχοβίτισσααγχίνους




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit