Новогреческий словарь
προθεματικός
προθεματικός
префиксальный, приставочный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
префиксальный
? —
προθεματικός
как на
(ново)греческом
будет слово
приставочный
? —
προθεματικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
προθεματικός
? — префиксальный, приставочный
#
(ново)греческий словарь
—
βραγχιακός
—
σέβαση
—
αναμορφώτρια
—
εξαφριστήρας
—
αψίκορον
—
ανοσολογικός
—
κωδωνίζω
—
ορμαθός
—
υπεριτίαση
—
συχυσμένος
—
χάλι
—
ακαρίκωτος
—
γουρλίδικος
—
μπετονόπροκα
—
διασώστης
—
αλαργωπός
—
λουτρίς
—
προφυλάγω
—
ζωοψυχολογία
—
αιρετός
—
μαντρωμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,