απευθυσμένο

формы словаβ
απευθυσμένο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово απευθυσμένο? —


σαλοτραπεζαρίαδιαχωρίζωπρωκτόςνοικοκυροσύνηράθυμοςαποχαλίνωσηαλιάδαακυρωσίααρνοψάλιδομονόφωνοςνίκηαλληγορικόςσαρανταήμεροσιτάλευρομπακάληςσεντίναακομπανιάρωασπερούγονχαρτοπόλεμοςσυναπάρτισμακοκαλιάζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit