τιτλοφόρ|ος

формы словаβ
τιτλοφόρ|ος
титулованный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово титулованный? — τιτλοφόρος
как с (ново)греческого переводится слово τιτλοφόρος? — титулованный


πετρογραφικόςκαπριτσιόζικαφυσιοκρατίαμεσανόςτυφογόνοςτραυλόςσυντονιστικόςαξιωμένοςνεοπλατωνισμόςμάρκοαρχαϊστικόςψυχωσικόςαραδιαστόςαναπωματίζωπαρεπόμενατρυσμόςΣμαράγδαπερίπλουςαπελευθερώτριαφωτόλουτροασύγγνωστος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit