Новогреческий словарь
καβαλιέρος
καβαλιέρ|ος
ο
кавалер; партнёр
(в танцах)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кавалер
? —
καβαλιέρος
как на
(ново)греческом
будет слово
партнёр
? —
καβαλιέρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
καβαλιέρος
? — кавалер, партнёр
#
(ново)греческий словарь
—
υστερόχρονος
—
κακόψυχος
—
κίκι
—
κέδρος
—
ήρξα
—
αλφαβητάριο
—
γλυκέρινούχος
—
φρεσκαλειμμένος
—
κατώτατος
—
φυράω
—
ευρεσιτεχνία
—
αποκαίγω
—
μικρομάγαζο
—
καλντερίμι
—
φραγμένα
—
αναμνηστήριο
—
μεγεθυνηκός
—
μικρόθυμος
—
ελεφαντοστόλιστος
—
κοινωνιολογία
—
ποιητής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,