Новогреческий словарь
εδώλιο
εδώλιο
το
сиденье, скамья
;
τά ~ια τής Βουλής — места, скамьи в парламенте
;
~ τού κατηγορουμένου — скамья подсудимых
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сиденье
? —
εδώλιο
как на
(ново)греческом
будет слово
скамья
? —
εδώλιο
как с
(ново)греческого
переводится слово
εδώλιο
? — сиденье, скамья
#
(ново)греческий словарь
—
απεράτης
—
δεσποτικόν
—
ξυλοκέφαλος
—
ανακουφίζομαι
—
προπαππούς
—
μεσιάζω
—
νεάργυρος
—
σαπουνάδα
—
αθέτησις
—
ραντιστήρι
—
λαγγεύομαι
—
άθερος
—
αναισθητοποιούμαι
—
γυαλάκιας
—
καθηλώνω
—
φτωχούλικο
—
κατασπάω
—
εύγευστος
—
υπόλειμμα
—
ξανανιώνω
—
βασιβουζουκισμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,