Новогреческий словарь
βρούχος
βρούχ|ος
II ο
рёв, рычанье; рыканье
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
рёв
? —
βρούχος
как на
(ново)греческом
будет слово
рычанье
? —
βρούχος
как на
(ново)греческом
будет слово
рыканье
? —
βρούχος
как с
(ново)греческого
переводится слово
βρούχος
? — рёв, рычанье, рыканье
#
(ново)греческий словарь
—
λατύπη
—
δομική
—
ονοματολόγιο
—
άλιαστος
—
οχληρότητα
—
μελομακάρονο
—
αδιασαφήνιστος
—
σωμασκία
—
μαλακώνω
—
κνικάτος
—
ακαπήλευτος
—
κοπαδιάρης
—
ακροδετώ
—
σφαδαστικός
—
ανειλικρινώς
—
κοντύτερος
—
τουφεκιά
—
φαρμακοθεραπεία
—
διαμοίραση
—
ανθώδης
—
εποίκηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,