Новогреческий словарь
οψιμαθής
οψιμαθ|ής
начавший (начинающий) поздно учиться
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
начавший поздно учиться
? —
οψιμαθής
как с
(ново)греческого
переводится слово
οψιμαθής
? — начавший поздно учиться
#
(ново)греческий словарь
—
ξέρα
—
ιεροφάντις
—
εκτρωτικός
—
παλληκάρι
—
πριονοκορδέλα
—
υπομένω
—
πηδαλιουχία
—
δεξιοτεχνία
—
ευδοκία
—
αποτύπωμα
—
αμπελουργία
—
μπουλούκι
—
κυπριακός
—
διατιμημένος
—
δευτερώτερος
—
γκαρσόν
—
αχερώνα
—
καφωδείο
—
ξεπατώνω
—
πραγματογνώμονας
—
αγκυροβόληση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,