ένθερμα

формы словаβ
ένθερμα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ένθερμα? —


ματοκυλάωαυθάδηςαλλαντικόςοδοντόπασταστρυμώχνωεπιδέχομαιμυκητώδηςηλεκτραγωγόςχειρουργείοεβραιολογίαπανελλήνιεςπαραχαϊδεμένοςσπορευτόςμεταβίβασηαιμοδιψήςεξωδερμίδασυκάςάπηχτοςαλλογενήςεπταπλάσιοςερημίτης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit