περιστασιακώς

формы словаβ
περιστασιακώς



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово περιστασιακώς? —


ημίχρυσοςανδρικάεύρωστοςΑνατολίτηςψωροφθαλμίαμεσόβαθροβαττολογώανακάθημαιημέρωσηυπερκρέμαμαιαπόσχισηαντιμάμαλοελέγχωβαρίδιανακουφωτόςκαμέαπαπαδομάνιερωτολογώσπατάληαρύλογοςοικονομολόγος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit