ατόπημα

формы словаβ
ατόπημα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ατόπημα? —


πενταετηρίδαφιλοκατήγοροςαδιάρρηκτοςσυσσωρεύωδισυπόστατοςβερίκουκκοραθυμίαγούνναρηςξεφτιλισμένοςχρυσόβουλλοπεταλουργείοπροκαταβολήλαγάζωαυτομόλυνσηπεριήγησηαστρίμωχτοςνεότερακερδοσκοπίαδιάχυλοναφροστέφανοςγλινιάς




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit