Новогреческий словарь
αιφνιδιαστικός
αιφνιδιαστικός
внезапный, неожиданный
;
~ίδιος θάνατος — скоропостижная смерть
;
~ιδιαστική επίθεση — неожиданное нападение
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
внезапный
? —
αιφνιδιαστικός
как на
(ново)греческом
будет слово
неожиданный
? —
αιφνιδιαστικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
αιφνιδιαστικός
? — внезапный, неожиданный
#
(ново)греческий словарь
—
τσίνουρο
—
έμετος
—
αλλέγρος
—
γιούσουρ
—
μικροχειρουργός
—
σελιδοποιημένος
—
κρυσταλλουργός
—
διαπέμπω
—
μισαλληλία
—
οξυγονοκόλληση
—
ψωροπερήφανος
—
ελπίς
—
οικουρός
—
αναισθητίζω
—
σύνταξη
—
συνδιαλλαγή
—
ακάνθινος
—
αεριστήριος
—
αμφοτέρωθεν
—
ξανθόμαλλο
—
πυξάρι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,