Новогреческий словарь
αιτιατό
αιτιατό
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αιτιατό
? —
#
(ново)греческий словарь
—
παρατράγουδο
—
μορφή
—
ψέμα
—
αλληλοδεσμεύομαι
—
ορδινάντσα
—
καλλι-
—
φυτοκόμος
—
ραβέντι
—
άψευτος
—
κοσμοσώτειρα
—
φωτογραφώ
—
κατάλογος
—
καταστρατήγηση
—
ράφτης
—
σαρκώδης
—
παλαιώνω
—
κεραυνόβλητος
—
κακοφέρνομαι
—
σταμνί
—
ναυλοτιμαριθμοποίηση
—
κρεμάδα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,