Новогреческий словарь
συχνοπηγαίνω
συχνοπηγαίνω
часто ходить, зачастить
(куда-л.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
часто ходить
? —
συχνοπηγαίνω
как на
(ново)греческом
будет слово
зачастить
? —
συχνοπηγαίνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
συχνοπηγαίνω
? — часто ходить, зачастить
#
(ново)греческий словарь
—
μαλακωσιά
—
αλιμενία
—
εκθρονίζω
—
εξαδυνατώ
—
γεροντόπαχα
—
μπακάλισσα
—
φρυγμός
—
αορτήρας
—
ξεψαχνίζω
—
συγκληρονομία
—
κονίασις
—
προπλασμός
—
πυθαγορικός
—
αραγός
—
κοζάκος
—
χειρολάβος
—
βασιλίσκος
—
λαδάς
—
φασιστής
—
ενδιάμεσο
—
βοϊδοτόμαρο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,