ορυκτογραφία

формы словаβ
ορυκτογραφία
η минералография



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово минералография? — ορυκτογραφία
как с (ново)греческого переводится слово ορυκτογραφία? — минералография


κασίδιιταμάαμύνομαιθέμαδίψυχοςευλαβικόςλιμενιάζωλουκάνικοκαταφατικόςβαφικήκόρνοαναψυχήψαρομάλληςεξάδαυπερβαλλόντωςχασμουρητόσεμνοπρέπειαδιατυπώνωαναμέτρησηεπαναδραστηριοποίησηείσπραξη




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit