αντικρίζω

формы словаβ
αντικρίζω
находиться против (чего-л.);


#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αντικρίζω? —


σφηνώνωεβραιοσύνηδιαρπαγήκακομιλάωαδιαφιλονίκητοςλέμβοςάχραντοςγενεάδαραπίζωπούστικοςπροσορμίζομαιαμφιθεατρικόςβουλιάωγύψωσηαμπάρωμααξιολύπητοςιχνογράφηματολμηρότητακουτσονούρικοςπεριπαικτικώςσφηκοφωλιά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit