Новогреческий словарь
σβανάρω
σβανάρω
пьянствовать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пьянствовать
? —
σβανάρω
как с
(ново)греческого
переводится слово
σβανάρω
? — пьянствовать
#
(ново)греческий словарь
—
Ουκρανίδα
—
κυψελίς
—
ξεντύνω
—
στοματοπάθεια
—
ρεβιζιονιστικός
—
απροειδοποίητος
—
εγγύς
—
καψαλήθρα
—
πεντάτευχος
—
αγριόρεμα
—
πεννιά
—
αδιπλασίαστος
—
βουρλίζω
—
στροφός
—
ελαϊκός
—
χόρδισμα
—
φυτογεωγραφικός
—
αποθρασύνομαι
—
αλατούχος
—
πρυτανεία
—
αραμπατζής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,