Новогреческий словарь
αρατίζομαι
αρατίζομαι
убираться с глаз долой
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
убираться с глаз долой
? —
αρατίζομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
αρατίζομαι
? — убираться с глаз долой
#
(ново)греческий словарь
—
κρεβατοκάμαρη
—
πλιατσικολόγος
—
λιθοδόμος
—
πωμάτισμα
—
θαλασσομάχος
—
νεοφασίστας
—
αμμοθύελλα
—
αντεμετικός
—
θεόκουφος
—
προγκίζω
—
ανθυπολοχαγός
—
ασύμπονος
—
ανθρακοφόρος
—
μαγιά
—
παραλήρημα
—
εφαρμόσιμος
—
εγωμανία
—
φελπεδένιος
—
βυρσοδεψώ
—
γεώμηλον
—
αμοιρολόγητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,