αμέλγω

формы словаβ
αμέλγω
(αόρ. ήμελξα) доить



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово доить? — αμέλγω
как с (ново)греческого переводится слово αμέλγω? — доить


επονείδιστοςαψάρευτοςσκαμνίακακολόγητοςαυθεντικόνξερριζώνομαιστραβίζωεξηκονταετηρίςωογονίαταξικάπαιδαριώδεςεθνικίστριαμεταθέσιμοςαυθόρμηταδεντρώναςανυπομονησίαμελιτοεξαγωγεύςναύτηςηδονίστριαασύνταχτοςδυσφημία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit