Новогреческий словарь
επανεκλέγω
επανεκλέγω
(αόρ. επανεξέλεξα, παθ. αόρ. επανεξελέγην)
переизбирать, избирать на новый срок
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
переизбирать
? —
επανεκλέγω
как на
(ново)греческом
будет слово
избирать на новый срок
? —
επανεκλέγω
как с
(ново)греческого
переводится слово
επανεκλέγω
? — переизбирать, избирать на новый срок
#
(ново)греческий словарь
—
βραχύβιος
—
πεντάχρονο
—
μαντατοφόρος
—
καλογερική
—
πρυμνοδετώ
—
αναθρεπτός
—
φεγγοβολώ
—
ισόθερμος
—
γαργάλισμός
—
κακολόγος
—
πληρώννομαι
—
απονευρώνω
—
παραγωγικά
—
δοκάνη
—
επαναβλέπω
—
απολέμητος
—
μικροσφυγμία
—
ασήκικος
—
κλινικώς
—
βραδιάζω
—
τεχνοκριτικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,