διαστημάνθρωπος

формы словаβ
διαστημάνθρωπος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διαστημάνθρωπος? —


αλευροποιώσύψυχοςυποθετικόςσάλτοςβαστιέμαιέγυραεγκρύπτομαιδιέγνωνκακοπληρωτήςδόςπολυτεχναςπρόδομασκάφανδροσμέρνακορδελλιάστραφεγγαροφώτιστοςμπελαμάναλατρεύωουρητήριοαποχήπρολετάρισσα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit