Новогреческий словарь
δώδεκα
δώδεκα
двенадцать
;
χτύπησε (ή ώρα) ~ — [phrase]пробило полдень или полночь[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
двенадцать
? —
δώδεκα
как с
(ново)греческого
переводится слово
δώδεκα
? — двенадцать
#
(ново)греческий словарь
—
γιομ-
—
πρόσπτωση
—
στυλοβάτης
—
χορτοβριθής
—
κολοκυθόσπορος
—
νιά
—
φάσωμα
—
φωτοβόλημα
—
γιγαντένιος
—
στρογγυλότητα
—
υπερεκχειλίζω
—
καντηλέρι
—
μεταποιώ
—
εθιμοτυπικά
—
εξανθράκιση
—
καθοδικός
—
ζούπισμα
—
κουκιά
—
καρυδώνω
—
συνταγματικά
—
ξεπροβόδισμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,