ανήγαγον

формы словаβ
ανήγαγον
αόρ. от ανάγω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ανήγαγον? —


μαντρίλογάκιατραβεστίημερονύκτιοφρύαγμαεξιτήριοςπαραλληλίζωφλεβοσκλήρωσηεξόπλισησπαρτάρισμαβυζαρούπυκνωτήςυστερινόςαρμεγάρηςχρυσόφτεροςοντολογικώςγαβαθίζωαναπιασμένοςανερεύνητοςβασκανίαποταμογενής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit