Новогреческий словарь
φιλάδελφος
φιλάδελφ|ος
любящий своего брата
или сестру
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
любящий своего брата
? —
φιλάδελφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
φιλάδελφος
? — любящий своего брата
#
(ново)греческий словарь
—
πρυμίζω
—
υπερρεαλιστικά
—
πεζικός
—
αντισηκώνω
—
πιτσιρίκος
—
προϋπάρχω
—
μαγνησιούχος
—
άραγμα
—
μηλοφόρος
—
προσπελασιμότητα
—
μακαριώτατος
—
μηλόταρτα
—
Μετέωρα
—
μηλόσουπα
—
λιθογράφος
—
ξόδι
—
διχτάτος
—
ηχοληψία
—
πρωθύστερα
—
πλάι
—
πηγαινοέλα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,