ακοομέτρηση

формы словаβ
ακοομέτρηση



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ακοομέτρηση? —


ενδεχόμενοπαροργίζωατιμάζωσυνδιδασκαλίατερματάκισκιαζάρηςκαφεδήςανάκλιντρονηράνθεμοχαμηλοτάβανοςκουκουνίζωμεγαλοστομίαισραηλίτηςβρακοζούναγκελαρχείοτολμάωορμώμαιευθυγράμμίσηπισσώδηςπρόπλασμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit