Новогреческий словарь
αστέρητος
αστέρητ|ος
без лишений, в достатке
;
~η ζωή — жизнь без лишений, обеспеченная жизнь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
без лишений
? —
αστέρητος
как на
(ново)греческом
будет слово
в достатке
? —
αστέρητος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αστέρητος
? — без лишений, в достатке
#
(ново)греческий словарь
—
μαγάρισμα
—
ζερβόδεξα
—
διεύθυνση
—
νησίδιο
—
θερμοπαρακάλιο
—
συνεχιστής
—
αποπυρηνικοποίηση
—
αρμενίζω
—
ξωτικιά
—
σφυροκοπώ
—
μπαξεβάνος
—
τραπεζίτης
—
σανιδοπάσσαλος
—
στεγανά
—
επιχείρημα
—
συνορίζομαι
—
σαραντίζω
—
γκιζέρι
—
δεκαπλασιάζω
—
φαρδουλός
—
τοπιογραφία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,