Новогреческий словарь
ωοκέλυφος
ωοκέλυφ|ος
тонкостенный
(о сосуде)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
тонкостенный
? —
ωοκέλυφος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ωοκέλυφος
? — тонкостенный
#
(ново)греческий словарь
—
πάχυνση
—
κολάρο
—
κακοκέφαλος
—
εσωτερικός
—
ανατομικά
—
άτρωτος
—
ανελεήμων
—
απόγειο
—
στεφάνη
—
ψαράγκαθο
—
ανοικοδομητικός
—
ριπίδιο
—
ελλογιμότητα
—
παραξενεύω
—
αστρονομικώς
—
φεγγαροπρόσωπος
—
ανυποψίαστος
—
μοντάρισμα
—
αλλοτριωτικός
—
στασιασμός
—
εξάχνωσις
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,