Новогреческий словарь
νάνος
νάν|ος
ο прям., перен.
карлик
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
карлик
? —
νάνος
как с
(ново)греческого
переводится слово
νάνος
? — карлик
#
(ново)греческий словарь
—
χουμανισμός
—
ασύντριπτος
—
χωνευτής
—
πρωτοσύστατος
—
αγέλαστα
—
φταίξιμο
—
πόστ-ρεστάν
—
πενηντάρι
—
ρύπασία
—
ξηροκάρπι
—
δημαρχώ
—
σταμπωτός
—
επταετία
—
μελικηρίδιο
—
ανταρσία
—
κυματομορφή
—
αντιπροσφορά
—
βεστιάριο
—
λήγων
—
εκδρομή
—
κουλλαμάρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,