Новогреческий словарь
ο
ο
определенный артикль м. р. ед. ч.
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
ο
? —
#
(ново)греческий словарь
—
καινοπρεπής
—
κοπιάρισμα
—
υδροστατική
—
πρόκυψη
—
σκληρομετρία
—
ασιδέρωτος
—
υδατώδης
—
κοντόθωρος
—
τρώσις
—
νταλόδαρμα
—
ατράβηκτος
—
θαρρεύω
—
κελύφι
—
αγδίκιωτος
—
δροσοσταλίδα
—
απόβαθα
—
απόσυρμα
—
ευτραφής
—
παλιατζούρα
—
αυτοθέλητος
—
κουραστικά
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,