Новогреческий словарь
αποβυζαίνω
αποβυζαίνω
(αόρ. αποβύζαξα) 1)
накормить грудью
;
2)
отнять от груди
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
накормить грудью
? —
αποβυζαίνω
как на
(ново)греческом
будет слово
отнять от груди
? —
αποβυζαίνω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποβυζαίνω
? — накормить грудью, отнять от груди
#
(ново)греческий словарь
—
υποτονθορίζω
—
σύμπραξη
—
γκρενά
—
αμνοφαγία
—
παλίμβουλος
—
αρπαχτικός
—
ληκτικός
—
στροφαλοφόρος
—
χοχλακώ
—
προστατευτισμός
—
κληματίδα
—
άδυτο
—
αυτοκολακευόμενος
—
υπερθερμασία
—
Κόσοβο
—
απαγωγός
—
ώχοντα!
—
υψηλόμισθος
—
ρισκάρω
—
ευκολοπλησίαστος
—
διαιρέτης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,